ἑτεροχροιότης

ἑτερο-χροιότης, ητος, ,
A difference of colour, Pyrrhoap.D.L.9.86.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροχροιότης — ἑτεροχροιότης, ἡ (Α) [ετερόχροιος] ετερόχροια, αλλοχρωμία, ποικιλοχρωμία …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροχροιότητας — ἑτεροχροιότης difference of colour fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.